- ἀμφιβόητος
- ἀμφι-βόητος, (1) umtönt; vom Meer umrauscht. (2) rings, weit berühmt
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
αμφιβόητος — ἀμφιβόητος, ον (ΑΜ) [ἀμφιβοῶ] 1. αυτός που αντηχεί ολόγυρα 2. περιβόητος, περιλάλητος, ξακουστός … Dictionary of Greek
ἀμφιβόητος — sounding round masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμφιβόητον — ἀμφιβόητος sounding round masc/fem acc sg ἀμφιβόητος sounding round neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀμφιβόητα — ἀμφιβόητος sounding round neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)